Η εμπειρία μιας επιστροφής μετά από περισσότερα από 30 χρόνια, οι γνωριμίες νέων ανθρώπων οι αγώνες, οι φιλίες και οι λόγοι που η επιτραπέζια αντισφαίριση (πινγκ-πονγκ), μπορεί να σε κερδίσει για μια ζωή. Υπάρχουν αθλήματα που περνούν από τη ζωή μας και μένουν στο τέλος, απλώς σαν μια όμορφη ανάμνηση. Υπάρχουν όμως και κάποια που, όσο κι αν απομακρυνθείς, πάντα βρίσκουν τον τρόπο να σε φέρουν ξανά κοντά τους.
Η επιτραπέζια αντισφαίριση είναι ένα από αυτά.
Το συγκεκριμένο άρθρο δεν γράφεται από κάποιον προπονητή, ούτε από άνθρωπο που θέλει να παρουσιάσει τεχνικές, στατιστικά ή να αναλύσει συστήματα παιχνιδιού. Έχουν γραφτεί αμέτρητα βιβλία και άρθρα γι’ αυτά. Γράφεται από άνθρωπο που επέστρεψε στο άθλημα μετά από περισσότερα από τριάντα χρόνια και μέσα σε αυτό το διάστημα κατάλαβε ότι τελικά η επιτραπέζια αντισφαίριση είναι πολύ περισσότερα από ένα τραπέζι, μια ρακέτα και ένα μπαλάκι.
Η αλήθεια είναι πως κανείς δεν γνωρίζει ότι η κάθε επιστροφή έχει και αυτή την δικιά της μικρή ιδιαιτερότητα. Το δελτίο που είχε εκδοθεί στο παιδί εξακολουθούσε να υπάρχει και αυτό είχε ως αποτέλεσμα, επιστρέφοντας τόσα χρόνια αργότερα, η ονομασία που κυριαρχούσε ήταν η λέξη βετεράνος. Μάλιστα, λόγω εκπρόθεσμης δήλωσης του παλιού δελτίου, χρειάστηκε και απουσία από τους αγώνες για έναν ολόκληρο χρόνο.
Εκείνη τη στιγμή όλα ήρθαν σαν μια απογοήτευση. Όταν όμως πέρασε ο καιρός, καταλαβαίνεις, ότι ίσως ήταν μια ευκαιρία για παραπάνω γνωριμία ξανά με το άθλημα και φυσικά χωρίς το άγχος των αποτελεσμάτων. Ευκαιρία και για την εξέλιξη της επιτραπέζιας αντισφαίρισης από μια άλλη οπτική γωνία.
Και πραγματικά, βλέπεις ότι οι αλλαγές πολλές και μεγάλες. Οι μπάλες δεν ήταν ίδιες. Οι ρακέτες είχαν εξελιχθεί. Τα λάστιχα προσέφεραν διαφορετικές δυνατότητες, οι τακτικές είχαν αλλάξει και ο ρυθμός του παιχνιδιού ήταν αισθητά πιο γρήγορος. Παρ’ όλα αυτά, υπήρχε κάτι που παρέμενε ακριβώς ίδιο.
Ο χαρακτηριστικός ήχος της μπάλας πάνω στο τραπέζι.
Αυτός ο ήχος ήταν αρκετός για να γυρίσουν πίσω δεκάδες αναμνήσεις. Σαν να μην είχαν περάσει τριάντα χρόνια. Σαν να είχε απλώς μεσολαβήσει ένα μικρό διάλειμμα. Ίσως γι’ αυτό αρκετές φορές λέμε ότι κάποια αθλήματα δεν φεύγουν ποτέ. Μπορεί να σταματήσεις να αγωνίζεσαι, μπορεί να αλλάξουν οι συνθήκες της ζωής σου, όμως η αγάπη για αυτά παραμένει κάπου κρυμμένη και περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να ξυπνήσει ξανά.
Αυτή η επιστροφή θύμισε και κάτι ακόμη. Πολύ πριν την είσοδο σε κάποιο σωματείο, πριν την γνωριμία με προπονητές και αγωνιστικούς χώρους, υπήρχε ένα τραπέζι στην πιλοτή. Για τα παιδιά ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ένα τραπέζι. Ήταν το σημείο συνάντησης. Τότε δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα, τάμπλετ, υπολογιστές, δεν υπήρχαν βιντεοπαιχνίδια και κανείς δεν βιαζόταν να φύγει.
Τα χρόνια όμως πέρασαν. Ο καθένας πήρε τον δρόμο του. Άλλοι έφυγαν για σπουδές. Άλλοι δημιούργησαν οικογένεια. Άλλοι άλλαξαν πόλη ή χώρα. Κάποια στιγμή, εκείνο το τραπέζι σταμάτησε να χρησιμοποιείται. Έμεινε στην ίδια ακριβώς θέση, αλλά όχι πλέον για να φιλοξενεί αγώνες και παιδικές φωνές. Σιγά-σιγά μετατράπηκε σε ένα απλό διακοσμητικό στοιχείο της πιλοτής.
Η επιστροφή στους αγωνιστικούς χώρους ήταν στην μια δεύτερη γνωριμία με το άθλημα. Τα δύο πρώτα χρόνια ήταν γεμάτα εικόνες και εμπειρίες. Ερασιτεχνικά πρωταθλήματα. Επίσημοι αγώνες. Τουρνουά. Αγώνες βετεράνων. Προπονήσεις σχεδόν κάθε εβδομάδα. Κάθε διοργάνωση είχε κάτι διαφορετικό να σου προσφέρει. Άλλοτε έφευγες χαρούμενος από το αποτέλεσμα. Άλλοτε προβληματισμένος. Άλλοτε κουρασμένος.
Ποτέ όμως δεν έφευγες χωρίς να έχεις κερδίσει κάτι. Ακόμη κι όταν έχανες έναν αγώνα, κέρδιζες μια εμπειρία. Κέρδιζες μια γνωριμία. Κέρδιζες μια συμβουλή από έναν πιο έμπειρο αθλητή. Κέρδιζες ένα ακόμη μάθημα που θα σε βοηθούσε στην επόμενη προπόνηση.
Κάπου εκεί αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι η πραγματική δύναμη αυτού του αθλήματος δεν βρίσκεται μόνο μέσα στις τέσσερις γραμμές του τραπεζιού. Βρίσκεται κυρίως στους ανθρώπους που το υπηρετούν.
(Συνεχίζεται…) στις επόμενες μέρες το 2ο και 3ο άρθρο.
κ.ε.
